Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

17 Νοεμβρίου 1943 , Ο άγριος βομβαρδισμός της Σάμου από τους Γερμανούς

Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες η Σάμος ήταν η τελευταία στη σειρά του στρατηγικού σχεδιασμού κατάληψης των νησιών του Αιγαίου από τους Γερμανούς, μετά την ανακωχή των Ιταλών με τους δυτικούς Συμμάχους. Δύο σχέδια είχαν καταστρωθεί από τη γερμανική Μεραρχία 999 για την κατάληψη της Σάμου, η οποία από τις 7 Σεπτεμβρίου 1943 βίωνε στιγμές ελευθερίας. Την 17/11/1943 εκδόθηκε η διαταγή αεροπορικής επίθεσης κατά της Σάμου στις περιοχές Βαθύ και Τηγάνι, για την προστασία των θέσεων των γερμανικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα και την κατάληψη του τελευταίου ελεύθερου στρατηγικού σημείου στην περιοχή. Ο βομβαρδισμός κράτησε 3 ώρες από τις 1 το μεσημέρι μέχρι τις 4 το απόγευμα.



 «Ζεματιστό το σίδερο δάγκωνε τα θεμέλια της πολιτείας, ανάσκαβε τα σπλάχνα της. Κοχλακιστός παφλασμός φωτιάς απ’ άκρη σ΄ άκρη.» (Κ. Καλατζής)



  Ο Πάνος Ευελπίδης γεννήθηκε εν Λιμένι Βαθέος το 1916 και αποφοίτησε από το Πυθαγόρειο Γυμνάσιο το 1934. Ήταν μέλος του αθλητικού συλλόγου «Λυκούργος» και αναδείχθηκε πρώτος στους δρόμους των 100 και 200 μέτρων στους Αιγαιοπελαγιτικούς αγώνες του 1936 στη Χίο. Γράφτηκε στην Πάντειο  Σχολή και ενώ ήταν στο 4ο έτος των σπουδών του κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τον άγριο βομβαρδισμό του Βαθιού από τους Γερμανούς στις 17 Νοεμβρίου 1943 σκοτώθηκε από αεροπορική βόμβα με το αυτόματο στα χέρια.

Ο Κώστας Καλατζής στο μυθιστόρημά του «Ασημόπετρα» περιγράφει με ωμό ρεαλισμό τον βομβαρδισμό του Βαθιού στις 17 Νοέμβρη 1943. Αναφέρεται και στον ηρωικό θάνατο του Πάνου Ευελπίδη, χρησιμοποιώντας ως μυθοπλαστικό πρόσωπο τον χαρακτήρα του Αλέξη. Μεταφέρω το σχετικό απόσπασμα:


«Οι εκρήξεις μας προλάβανε στη συνοικία με τις καρουμπιές, ψηλά στην παρυφή της πολιτείας.

Αναταράχτηκε ο κόσμος, σκίστηκε, κι ένα πηχτό χωματένιο κύμα σηκώθηκε βίαια και μας κάλυψε. Βρεθήκαμε ζουλιγμένοι σ΄ ένα ρηχό αντιαεροπορικό χαντάκι, λίγο πιο πάνω απ΄τα τελευταία σπίτια.

Κι οι μπόμπες σκάζαν ολόγυρα. Στρούφιζε η γης, κλότσαγε ίδιο μυγιασμένο πουλάρι, άνοιγε στόματα πυρωμένα, κρατήρες πελώριους να μας χάψει. Ο αέρας ξεσκίζονταν από μυριάδες σφυριχτές βιτσιές, άναβε. Ένιωθες σπαρταριστή την καρδιά να φλετουράει ίδιο κοτσύφι πιασμένο στην ξόβεργα, και φίδια χοντρά τις καρωτίδες να γοργοχτυπιούνται τεζαρισμένες. Καρφωτά στο σβέρκο μας δάγκωνε ο πανικός.

Ερχόταν σουριχτά η μπόμπα, κι η ζωή μας όλη αναρουφιόταν με μιας από τις φλέβες της κι έφραζε κόμπος σφιχτός, το λαρύγγι. Τα δάχυλά μας γαντζώνονταν ξυλιασμένα πάνω στο αγαπημένο στέρνο της γης, κι ανασεμιά ακίνητη στα χείλια αφουγκραζόνταν και καρτέραγε. Έτοιμη να μας αφήσει και χελιδόνι άπιαστο να φτερουγίσει στο γαλάζιο στερέωμα.

Κιοτήδες ανήμποροι, με λιωμένη τη θέληση και την αξιοπρέπειά μας, ξαπλωμένοι έτσι θεόγυμνοι κάτω απ΄ την καυτερή ανάσα του θανάτου, δαγκώναμε το χώμα και περιμέναμε. Δε μας περνούσε άλλο, μόνο να περιμένουμε.

Και με το ξεπάτωμα της βροντής κάτι σαν τούμπανο ανατολίτικο, σα βούκινο, κάτι σαν πεταλόκρουσμα κεραυνωτό κάλπαζε στ΄αφτιά μας. Και μας κουκούλωναν η καυτή σκόνη, οι πέτρες. Μέναμε ασάλευτοι, σαν κάτι μαμούνια που άμα πας να τ΄ αγγίξεις κουλουριάζονται και γίνονται ένα τοσοδά σβολαράκι χώμα. Έτσι, ώσπου να κατακάτσει ο φοβερός απόηχος. Κι ύστερα, μόλις-μόλις σηκώναμε το κεφάλι. Σαλεύαμε ερωτηματικά, ψάχναμε τα πλευρά μας, κι άξαφνο κλότσημα της καρδιάς μάς συντάραζε ολόκορμους. Νιώθαμε πάλι την ύπαρξή μας. Άγρια και πυρωμένη χαρά, μυρίζοντας σκασμένη τροτίλη, μας πλάνταζε.

Ζούσαμε.

Κι οι κινητήρες πάντα βουίζανε στον ουρανό. Σφύριζαν ασταμάτητα οι μπόμπες.[…]

Ο Αλέξης βλαστήμαγε.

-Του σταυρό τ΄ς…

Δίπλα του ο Αρίστος τον κράταγε γερά απ΄ τον ώμο κι όλο του ΄λεγε:

-Φρόνιμα, Αλέξ΄, φρόνιμα. Στο φούρνο το κεφάλι…

Μα ο Αλέξης δεν άκουσε. Βούιζε το άγουρο αίμα μέσα του. Στριφοργύρναγε πεισματωμένο και τον παίδευε, του ΄δινε σπρωξιές απανωτές.

-Τ΄ν Παναγία τ΄ς … βλαστήμησε πάλι, και μ΄ένα παλμικό τεζάρισμα του κορμιού ξέφυγε του Αρίστου και βρέθηκε όρθιος στα χείλια του χαντακιού.

Ο ίσκιος του μας σκέπασε. Ρίζωσε διχαλωτά πάνω στα πόδια του και τίναξε πίσω το κεφάλι Το μαύρο του κεφαλομάντιλο του ΄πεσε και τ΄ακούρευτα μαλλιά του στρουφουλιχτά σπαρτάρισαν στον αέρα κορακάτα .

Ο ήλιος τσάχτισε σπιθάτος πάνω στις χιαστές σφαίρες του στήθους του.

Είχε ένα φοβερό μεγαλείο κείνη τη στιγμή!

Σήκωσε ψηλά το Σμάισερ ο Αλέξης και πάτησε τη σκανδάλη. Το αυτόματο κλοτσοκόπησε στα ξεμανίκωτα μελαχρινά του χέρια. Έσφιγγε τα χείλια του, και με ματιά μεταλλική σημάδευε αταλάντευτος.

Έριχνε.

Πιδάκιζαν γυαλιστεροί οι κάλυκες.

Μα τα γινατωμένα νιάτα του Αλέξη δε γινόταν να σταματήσουν τ΄ αστροπελέκι , που σαν μοίρα αναπότρεπτη κατρακύλαγε ατράνταχτο απ ΄τον ουρανό.

Βρουχήθηκε φλογερό το Στούκας ,κατέβηκε χαμηλότερ΄ απ΄ όλες τις φορές, ίσα που σφύριξε η μπόμπα, κι όλα τα σκέπασε η βροντή και ο καπνός.

Ακούστηκε κραυγή μεγάλη. Σπαραχτική κραυγή που σφεντονίστηκε πάνω από ανθρώπους και χαλάσματα και βούλιαξε γοερά στις μασχάλες των λόφων.

-Μάνα μουουουου…

Ο Αλέξης… Πάει ο Αλέξης…

[…]Η έκρηξη τον είχε πετάξει δέκα μέτρα μακριά. Κουλουριαζόταν κι αναπήδαγε πλατσουλιστά μέσα στο γλίτσικο βούρκο του αίματός του . Είχαν σύρριζα κοπεί και τα δυο του πόδια . Ορθώθηκε για μια στιγμή πάνω στα καπούλια του, άνοιξε αγκαλιά πελώρια τα χέρια του, και μπατάρισε μονοκόμματος.

Φώναξε πάλι δυνατά . Ύστερα ένα γουργουρητό σκέπασε τη φωνή του, κάτι σαν παράπονο, κάτι σαν κλάμα. Σώπασε. […] Έτρεξα σκυφτός, γονάτισα δίπλα στον Αλέξη. Ήτανε ακόμα ζεστός. Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυαλωμένα, και το πρόσωπό του συσπασμένο σε μια ύστατη έκφραση αβάσταχτου πόνου. […] Έκλεισα μαλακά τα βλέφαρά του, κι άφησα την παλάμη μου εκεί. Κοίταζα το αρυτίδωτό του κούτελο, τις σφιχτές μπούκλες των μαύρων μαλλιών του.»





Η Ένωση της Σάμου με την Ελλάδα - 11 Νοεμβρίου 1912-11 Νοεμβρίου 2011(Λόγος πανηγυρικός της 13ης Νοεμβρίου 2011)



«Όσοι ετύχετε ελευθερίας/( εγώ η Σάμος) εν λύπη σας ομιλώ/Και ο Λυκούργος μου είχε βάνει/στην κεφαλήν μου χρυσό στεφάνι./ Αλλ’ όμως τώρα πλέον ετράπη η της Ευρώπης πρώτη αγάπη/και με πρωτόκολλον διορίζει/ο Τούρκος πάλι να με ορίζει/και όχι η μήτηρ μου η Ελλάς»

Με αυτόν τον τρόπο ξεδιπλώνει ποιητικά την πίκρα του ο Σαμιώτης πολεμιστής και υπηρέτης των μουσών Γεώργιος Κλεάνθης για το γεγονός του αποκλεισμού της Σάμου από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους το 1830. Μετά από τόσους αγώνες, τόσες θυσίες και τη μοναδική επιτυχή κατάληξη της Επανάστασης του 1821, η Σάμος έμενε πάλι σκλαβωμένη. Θύελλα διαμαρτυριών ξέσπασε κατά των Ευρωπαίων με υπόσχεση για συνέχιση του αγώνα και απαίτηση εφαρμογής της διακήρυξης ότι «ελεύθερα είναι τα μέρη όσα έλαβαν τα όπλα κατά του εχθρού».

Για να ησυχάσουν τα πράγματα της Ανατολής και να ηρεμήσει η Σάμος, η οποία έβλεπε να ματαιώνεται το όραμα ελευθερίας, η Αγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία, για τη διατήρηση στην ουσία των ισορροπιών στον αιγαιακό χώρο, έπεισαν το Σουλτάνο να παραχωρήσει στο νησί προνόμια με ηγεμονικό ημιαυτόνομο καθεστώς σύμφωνα με την «Οργανικήν Διάταξιν ή Προνομιακόν Χάρτην» της 10ης Δεκεμβρίου 1832. Η άρνηση του Σαμιακού λαού να δεχθεί το καθεστώς της ηγεμονίας κάμφθηκε τον Ιούλιο του 1834, όταν τουρκικός στόλος αγκυροβόλησε στο νησί και επέβαλε με τη βία τις αποφάσεις των Δυνάμεων, ενώ αποχώρησαν οι ηγέτες της επανάστασης.

Η ιστορία του ηγεμονικού καθεστώτος (1834-1912) χαρακτηρίζεται αφενός μεν από την απαίτηση των Σαμίων για την μη αμφισβήτηση του ημικυρίαρχου της Σάμου, αφετέρου δε από τη διαρκή υπεράσπιση της εσωτερικής αυτονομίας και από την απόκρουση των ενεργειών της Πύλης που απέβλεπε στην άμεση ή έμμεση κατάργηση των εξουσιών εσωτερικού αυτοπροσδιορισμού, με όργανα τη Γενική Συνέλευση και τη Βουλή.

Κατά το τελευταίο τέταρτο μάλιστα του 19ου αιώνα η αυτοδιοικητική συγκρότηση της Ηγεμονίας είχε ισχυροποιηθεί, γεγονός που αποδεικνύεται από τα κινήματα αποπομπής πολλών Ηγεμόνων. Από άποψη πολιτική και πολιτειακή συγκροτήθηκε ένα κράτος που, ναι μεν δεν ασκούσε εξωτερική πολιτική, αλλά οι άλλες εξουσίες, νομοθετική και δικαστική, ασκούνταν με πρόσφορο και φιλελεύθερο τρόπο, με αποτέλεσμα την κραταίωση της αυτοδιοικητικής ιδέας ως συλλογικής συμπεριφοράς και ως πολιτικής ιδεολογίας. Τα παραπάνω συνέβαλαν στην πολιτιστική ανάπτυξη και την αλλαγή τρόπου ζωής για πολλούς από τους κατοίκους, όχι βέβαια για όλους, όπως τους αγρότες ή τους ακτήμονες που οδηγούνταν κατά καιρούς σε προσωρινή μετανάστευση στη Μ. Ασία. Η εμφάνιση μεγάλων εμπόρων, επιστημόνων και πολιτικών θα μπορούσε να μας δώσει τη δυνατότητα να μιλήσουμε για την παρουσία αστικής τάξης, γεγονός που είχε θετικό αντίκτυπο και στις υπόλοιπες εκφάνσεις ζωής, ιδίως της πνευματικής. Ως απόδειξη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το γεγονός ότι στο τελευταίο μέρος της ηγεμονικής περιόδου καταγράφουμε τουλάχιστον 7 τίτλους εφημερίδων και αρκετές εκδόσεις βιβλίων. Από άποψη οικονομική παρατηρήθηκε ανάπτυξη, χωρίς όμως τις απαραίτητες υποδομές, ανάπτυξη που κατέρρευσε κατά την αλλαγή των διεθνών οικονομικών συνθηκών. Επιγραμματικά αναφερόμαστε σε μια κοινωνία η οποία, μετά την ματαίωση του μεγάλου οράματος της ελευθερίας, κατόρθωσε να βρει το βηματισμό της έστω και με αντιφάσεις.

Παρά τις κοινωνικές αντιφάσεις όμως , τις πολιτικές διεργασίες και τις ανακατατάξεις, όσον αφορά τις σχέσεις με την Πύλη, κίνημα ή κίνηση αλυτρωτισμού δεν εκφράστηκε ανοιχτά μέχρι την κρητική επανάσταση του 1896. Ο αντίκτυπος αυτού του γεγονότος συγκίνησε την εσωτερική ζωή της Σάμου και η σαμιακή κυβέρνηση προθυμοποιήθηκε να δεχτεί για εγκατάσταση στο νησί πλήθος Κρητών προσφύγων. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 στη συνέχεια με την ατυχή κατάληξη για την Ελλάδα προκάλεσε κλυδωνισμό και στη Σάμο, όσο κι αν η τοπική ηγεσία διαχειρίσθηκε τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο που να μην ανατραπεί ο έλεγχος.

Αν και ο έλεγχος δεν ανατράπηκε, η φλόγα της ιδέας της Ένωσης με την Ελλάδα είχε ανάψει πλέον. Η εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο του Θ. Σοφούλη, που εγκατέλειψε τη θέση του υφηγητή της αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1899, για να γυρίσει στην πατρίδα του, υπήρξε καθοριστική. Ως αρχηγός του νέου «Προοδευτικού Κόμματος» αναμετρήθηκε εκλογικά με τα παλιά κόμματα. Στις εκλογές του 1906 κέρδισε οριστικά.

Από τότε ουσιαστικά άρχισε και ο ενσυνείδητος αγώνας για την νέα προοπτική που χαρασσόταν, αυτήν της Ένωσης με την Ελλάδα. Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του αγώνα θα μπορούσαν να συνοψιστούν στα εξής:

Από ιδεολογική άποψη το όραμα ελευθερίας άρχισε να επικρατεί στη συνείδηση του λαού, με την απόρριψη της παλαιάς νοοτροπίας για συνέχιση του ηγεμονικού καθεστώτος και την υπέρβαση των αντιθέσεων στη βάση της κοινωνίας, που αρχίζει να αποκτά την ομοψυχία του προηγούμενου μεγάλου αγώνα.

Με τη διεκδίκηση της επαναφοράς προνομίων, που είχαν αφαιρεθεί, οι ηγέτες της νέας ιδεολογίας ετοίμασαν το έδαφος για τη διπλωματική προβολή του σαμιακού ζητήματος καθώς και την, εκ των πραγμάτων βέβαιη, πολεμική αναμέτρηση.

Η προσπάθεια της Πύλης να ελέγξει δυναμικά την κατάσταση με τους ηγεμόνες και το στρατό επέφερε το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Η αυταρχική συμπεριφορά στη συνέχεια του ηγεμόνα Ανδρέα Κοπάση και η αύξηση των τουρκικών δυνάμεων οδήγησαν στην ένοπλη αντίδραση της 12ης Μαΐου 1908 κατά την οποία σκοτώθηκαν 30 Σαμιώτες. Ο τουρκικός στρατός, μετά από μια περίοδο αγριοτήτων και λεηλασιών, έγινε απόλυτος κύριος του νησιού, ενώ ο Κοπάσης καταργώντας τις αρχές και διώκοντας τους αξιωματούχους κυβέρνησε απολυταρχικά.

Η εκτέλεση του Κοπάση στις 9 Μαρτίου 1912 δεν ερμηνεύεται μόνο ως τιμωρία ενός σκληρού τυράννου αλλά και ως μια από τις κορυφαίες συμβολικές κινήσεις σύνδεσης του σαμιακού αγώνα με τον μακεδονικό και ισχυρής αντίδρασης προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία .

Η σαμιακή υπόθεση βέβαια δεν εξετάζεται μεμονωμένα αλλά συσχετίζεται με την πολιτική αστάθεια που επικράτησε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις αρχές του 20ου αι. λόγω των επιδιώξεων των Βαλκανικών κρατών και της Ιταλίας, που θέλοντας να ελέγχει την Κυρηναϊκή στη Β. Αφρική, βομβάρδισε τον Απρίλιο του 1912 τα Δαρδανέλια, τη Σάμο και κατέλαβε τα Δωδεκάνησα. Η παρουσία της Ιταλίας προκάλεσε ανησυχία στις μεγάλες Δυνάμεις και στην Ελλάδα η οποία καθώς ετοιμαζόταν για την εξόρμησή της προς το βορρά φαινόταν να δείχνει περιορισμένο ενδιαφέρον όχι μόνο για τη Σάμο αλλά και για την Κρήτη. Έτσι για πρώτη φορά η προοπτική των νησιών του ανατολικού Αιγαίου εμφανιζόταν στο προσκήνιο δίπλα σ’ εκείνη της Κρήτης, της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

Το Σεπτέμβριο του 1912 ο Θ. Σοφούλης, ο εξόριστος και καταδικασμένος σε θάνατο επαναστατικός ηγέτης της Σάμου, ενθαρρυμένος από την επιτυχία των Ικαριωτών, τον Ιούλιο του 1912 και την κήρυξη αυτόνομης πολιτείας, ανησυχώντας για τη δράση της Ιταλίας, επεδίωξε να συνδέσει τον αγώνα των Σαμίων με εκείνον των Κρητών και να προκαλέσει την επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Στις 7 Σεπτεμβρίου 1912 με μια μικρή ομάδα ενόπλων Κρητών και Ικαριωτών αποβιβάστηκε στον Όρμο Μαραθοκάμπου. Η συνέχεια είναι γνωστή, οι κινήσεις του οδήγησαν στην απελευθέρωση του νησιού. Οι τουρκικές δυνάμεις εγκατέλειψαν οριστικά τη Σάμο στις 23 Σεπτεμβρίου, το απόγευμα. Ο ήλιος έδυε, τα πλοία έβγαιναν από το λιμάνι και ο λαός ξεχύθηκε στους δρόμους για πανηγυρισμό.

Ακολούθησε καθολική ψηφοφορία που ανέδειξε νέα Εθνοσυνέλευση, της οποίας πρόεδρος εξελέγη ο Σοφούλης. Άρχισαν οι εργασίες για τη διαμόρφωση του νέου καθεστώτος αλλά σύντομα η κατάσταση άλλαξε. Η κήρυξη του Α’ Βαλκανικού πολέμου εναντίον της Τουρκίας τον Οκτώβριο του 1912 ήταν γεγονός. Με την ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο ένα σύνθημα επικράτησε: ΕΝΩΣΗ. Σε έκτακτη σύγκληση της Εθνοσυνέλευσης στις 11 Νοεμβρίου ο Σοφούλης, μπροστά σε μια πάνδημη συγκέντρωση, σε αυτόν εδώ τον ιερό χώρο του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος, «εν μέσω κατανυκτικής σιγής» γεμάτης προσμονής και ενθουσιασμού, κήρυξε την ένωση με την Ελλάδα, στέλνοντας ψήφισμα στον Ελ. Βενιζέλο. Εκείνος απάντησε θετικά με την επιφύλαξη των διπλωματικών δυσχερειών. Πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης διορίσθηκε ο Σοφούλης μέχρις ότου στις 2 Μαρτίου του 1913 κατέπλευσε στο Λιμένα Βαθέος μοίρα του ελληνικού στόλου για την επίσημη αναγνώριση της απελευθέρωσης του νησιού. Διπλωματικά το θέμα έκλεισε στις 31 Ιανουαρίου του 1914.

Η μερική αναφορά των γεγονότων στα πλαίσια της εκφώνησης ενός πανηγυρικού λόγου πρωτίστως έχει ως στόχο την απόδοση τιμής στους ηγέτες και τους απλούς ανθρώπους εκείνης της εποχής, ανθρώπους, που κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν το κυρίαρχο εθνικό όραμα υπερβαίνοντας τις αδυναμίες και τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης. Όμως δεν αρκεί να τους τιμάμε μόνο με το λόγο. Η πραγματική τιμή θα αποδοθεί, όταν με έργα δώσουμε νόημα στις θυσίες τους. Και σε αυτόν τον τομέα πρέπει να δώσουμε όλοι τον αγώνα τον καλό, υπερβαίνοντας με τη σειρά μας τα ταπεινά και τα μικρά για να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις που θα απελευθερώσουν τις επόμενες γενιές από τα σημερινά οικονομικά δεσμά και θα δώσουν τη δυνατότητα να πραγματοποιήσουν τα όνειρά τους, ως άτομα και ως έθνος.

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

Μνήμη Μ. Ασίας 18/9/2011





«Στις ακρογιαλιές του Ομήρου υπήρχε μια μακαριότητα, ένα μεγαλείο, που έφτασαν ως τις ημέρες μας άθιχτα…» (Οδ. Ελύτης)


Κάθε Αύγουστο, τα μελτέμια που φυσούν στο Αιγαίο, φθάνουν στα μικρασιατικά ακρογιάλια. Κάποιες αρχαίες θαλασσινές θεότητες και κάποιοι ξεχασμένοι άγιοι, που ζουν στα βάθη του λευκού πελάγους, ξυπνούν τις νύχτες, φθάνουν στις ακτές και ρωτούν τα γέρικα δένδρα: «Γύρισαν;» Τρεμοσαλεύοντας τα φύλλα ψιθυρίζουν «Όχι». Οι πικραμένες θεότητες και οι αλειτούργητοι άγιοι φεύγουν να κοιμηθούν και πάλι στα αθώρητα βάθη του οίνοπος πόντου κρατώντας μέσα τους το χαμόγελο της ιωνικής φύσης.

Έχουν περάσει ογδόντα εννέα χρόνια από τον τραγικό Αύγουστο του 1922,όταν ο Ελληνισμός «κατέβαινε στον Άδη», κατά τη χαρακτηριστική έκφραση του Εθνομάρτυρος Χρυσοστόμου Σμύρνης, του ανθρώπου που αναδείχθηκε στον θρησκευτικό και εθνικό ηγέτη των Ελλήνων της Μ. Ασίας με το έργο του αλλά κυρίως με την έλλογη θυσία του, και η Μικρασιατική τραγωδία εξακολουθεί να κυριαρχεί στη συνείδηση του νεοελληνισμού ως το θεμελιώδες γεγονός που μετέβαλε το χαρακτήρα και τη ροή της ιστορίας του έθνους στη σύγχρονη εποχή.

Η αναφορά των ιστορικών γεγονότων είναι συνυφασμένη αναπόφευκτα με το εξής ερώτημα: σύμφωνα με ποια μεθοδολογία κατορθώθηκε να εξαφανισθεί κάθε ίχνος ελληνικής ζωής στη Μ. Ασία, όπου για τρεις χιλιάδες χρόνια ανθούσε και αναπτυσσόταν το ελληνικό στοιχείο; Η μεθοδολογία αυτή δεν είναι άλλη από το βίαιο ξεριζωμό των Ελλήνων κατοίκων από τις πατρογονικές τους εστίες και τη "νομιμοποίηση" του τετελεσμένου γεγονότος, με την επιδίωξη και την επίφαση συμβατικών λύσεων, όπως είναι η μέθοδος της Ανταλλαγής των πληθυσμών.




Τίποτε από τα παραπάνω δεν προμηνύονταν, όταν τον Ιούλιο του 1914 ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Είναι γνωστό ότι οι μεγάλοι αντίπαλοι συγκρούσθηκαν στον Πόλεμο αυτό όχι για να ικανοποιήσουν τα εθνικά τους δίκαια, αλλά για να μοιράσουν τον κόσμο και να εξασφαλίσουν την ηγεμονία στην παγκόσμια αγορά. Κλήθηκαν όμως και τα μικρότερα κράτη να πάρουν μέρος στον έναν ή στον άλλο συνασπισμό και ήταν υποχρεωμένα να κάνουν την επιλογή τους ανάλογα με τις υποσχέσεις που έπαιρναν για την επίλυση των εθνικών τους προβλημάτων, στην περίπτωση νίκης. Μέσα στο πλαίσιο αυτό τοποθετήθηκε ως πρόφαση το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών, στο οποίο πίστεψαν οι απλοί άνθρωποι και ήταν έτοιμοι να διαθέσουν κάθε δύναμη και μέσο για την υπεράσπιση του.

Ο ελλαδικός ελληνισμός στην αρχή του Πολέμου δοκιμάστηκε από μια δίχως προηγούμενο πολιτική κρίση με τον εθνικό διχασμό. Στη συνέχεια η ένταξη της Ελλάδας στο πλευρό των Δυνάμεων της Αντάντ, χωρίς προηγούμενη όμως συμφωνία για τα οφέλη που θα αποκόμιζε σε αντάλλαγμα των θυσιών της, καθόρισε τις εξελίξεις. Οι Σύμμαχοι της Αντάντ διακήρυτταν ανάμεσα σε άλλα την οριστική λύση του "Ανατολικού Ζητήματος" και την απελευθέρωση των λαών που ζούσαν κάτω από την εξουσία των Τούρκων, οι οποίοι είχαν ταχθεί στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων και της Γερμανίας. Η πραγματοποίηση αυτών των διακηρύξεων ικανοποιούσε τα ελληνικά εθνικά δίκαια και ανταποκρινόταν στο αίτημα της εθνικής αποκατάστασης. Οι θυσίες στα πεδία των μαχών ήταν μεγάλες. Η μικρή Σάμος που πρόσφατα είχε ενωθεί με τη μητέρα πατρίδα πρόσφερε 324 πολεμιστές στους οποίους είναι αφιερωμένο το απέριττο αυτό μνημείο και τους οποίους τιμάμε σήμερα μαζί με όλα τα άλλα θύματα αυτής της τραγωδίας.

Ο ελληνισμός της Θράκης και Μ. Ασίας, που ζούσε κάτω από την τουρκική κυριαρχία, πέρασε από τη δοκιμασία αδυσώπητων διωγμών. Ο νεοτουρκικός εθνικισμός θεώρησε τον πόλεμο ως την πιο κατάλληλη ευκαιρία να εξαφανίσει κάθε ξένο στοιχείο, και ιδιαίτερα το ελληνικό, για να πραγματοποιήσει το πρόγραμμά του: τον εκτουρκισμό του τουρκικού κράτους. Αλήθεια ποιου κράτους εκείνη την περίοδο; Η Νεοτουρκική Κυβέρνηση είχε αρχίσει την εφαρμογή του προγράμματος από τους πρώτους μήνες του 1914 και πριν ξεσπάσει ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος.

Στην περίοδο του πολέμου οι διωγμοί παρουσίασαν μεγαλύτερη έξαρση. Η γενοκτονία σε βάρος των Αρμενίων, 1.000.000 σφαγιάστηκαν μέσα σε λίγο διάστημα το 1915, η γενοκτονία σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου, που εντάθηκε από το Μάιο του 1919, και γενικότερα τα μέτρα εναντίον των ελληνικών πληθυσμών το αποδεικνύουν.

Αναγκαστικές μετακινήσεις των ελληνικών πληθυσμών των παραλίων με ατελεύτητες πορείες στο εσωτερικό της Μ. Ασίας με τελικό στόχο τον αφανισμό, επιστράτευση του ανδρικού πληθυσμού ως την ηλικία των σαράντα χρόνων για να σχηματισθούν τα Τάγματα εργασίας, τάγματα αργού θανάτου είναι η σωστή ονομασία, βαριές φορολογίες , σταδιακός και εξοντωτικός εμπορικός αποκλεισμός σε κάθε δραστηριότητα των Ελλήνων, επιτάξεις, καταδίωξη των φυγόστρατων και κατατρομοκράτηση με λεηλασίες, σφαγές, βιασμούς και εκτοπισμούς ολόκληρων οικογενειών, συνθέτουν την τραγική ιστορία του ελληνισμού που ζούσε στην τουρκική επικράτεια. Και όλα αυτά συνέβαιναν μπροστά στα μάτια των μεγάλων εκπολιτιστών, των μεγάλων ιδεολόγων και οραματιστών της ελευθερίας όλων των σχηματισμών.

Η Ελλάδα στα χρόνια της ουδετερότητας δεν μπόρεσε να εμποδίσει τους διωγμούς των Ελλήνων της Θράκης και της Μ. Ασίας. Ως Σύμμαχος όμως στη συνέχεια των αντιπάλων της Τουρκίας αξίωσε την εφαρμογή των επίσημων διακηρύξεων της Αντάντ. Ο Ελ. Βενιζέλος με βάση το αξίωμα "η Ελλάς δεν πηγαίνει εκεί όπου της λείπει η εθνολογική βάσις" υπέγραψε τη συνθήκη των Σεβρών, η οποία διέλυσε την Οθωμανική Αυτοκρατορία και περιέλαβε παραχωρήσεις προς την Ελλάδα. Η ελληνική ωστόσο παρουσία στη Μ. Ασία ικανοποιούσε στην πραγματικότητα τα μεγάλα συμφέροντα των Συμμάχων στην Εγγύς Ανατολή, όταν την άνοιξη του 1919 η Ελλάδα ανέλαβε χωρίς όρους να επιβάλει την τάξη στη ζώνη της Σμύρνης κι όταν βασικοί συντελεστές της Συνθήκης των Σεβρών, όπως οι Γάλλοι και οι Ιταλοί που θεώρησαν τη συνθήκη αυτή επιτυχία της αγγλικής πολιτικής , αμέσως μετά την υπογραφή της εργάζονταν για την αναθεώρησή της.

Ο σημερινός ερευνητής των γεγονότων με βάση την ψυχρή λογική και τα στοιχεία που έχει φέρει στο φως η ιστορική έρευνα, μακριά από θρύλους θέτει ένα βασανιστικό ερώτημα: ήταν λανθασμένη επιλογή η αποστολή ελληνικών στρατευμάτων στη Μ. Ασία; Η απάντηση είναι αρνητική γιατί πρώτον, η επιλογή αυτή ήταν η τελική φάση ενός μεγάλου ονείρου, μιας ιδέας που δεν επιβλήθηκε, που δεν ήταν ανεδαφική ή ξενοκίνητη αλλά από τα χρόνια της μεγάλης δουλείας ήδη έφλεγε το νου και την καρδιά κάθε Έλληνα, με στόχο την πολιτική ενότητα του ελληνικού λαού σε ένα ενιαίο κράτος. Και δεύτερον, η στρατιωτική αναμέτρηση με τις κεμαλικές δυνάμεις δεν υπήρξε , όπως επικράτησε να πιστεύεται, καταδικασμένη από την αρχή. Οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις δυνάμεις του αντιπάλου. Το τραγικό λάθος βρίσκεται στις πολιτικές επιλογές και στο άνοιγμα του μετώπου με την πορεία προς το εσωτερικό της Μ. Ασίας χωρίς καμιά πρόβλεψη για δημιουργία ζώνης άμυνας στην περιοχή της Σμύρνης. Το Σύνταγμα Πλαστήρα για παράδειγμα θα μείνει στην ιστορία για πάντα για το αξιόμαχο που διατήρησε ως την τελευταία στιγμή. Επομένως δεν ήταν λανθασμένη η παρουσία των Ελλήνων στη Μ. Ασία αλλά απόλυτα δίκαιη.

Όμως η σύγκρουση των συμφερόντων ανάμεσα στους μεγάλους της Αντάντ για τη διανομή της περιοχής στην Εγγύς Ανατολή με τα πλούσια κοιτάσματα πετρελαίου από τη μια μεριά και η ανάπτυξη του εθνικού τουρκικού κινήματος που γρήγορα ενισχύθηκε από τη Σοβιετική Ένωση με το σύμφωνο φιλίας, (σημαντικό για διπλωματικούς λόγους και την προμήθεια στρατιωτικού υλικού) από την άλλη, διέψευσαν τις προσδοκίες του ελληνισμού. Την όλη ρευστή κατάσταση από την άποψη των Συμμάχων επιδείνωσαν τα γεγονότα της εσωτερικής ελληνικής πολιτικής.

Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια παγιδεύτηκε ο μικρασιατικός ελληνισμός και τα δυτικά παράλια περάσανε από τη δοκιμασία του τουρκικού φανατισμού, που μεταφράστηκε με τους πιο βίαιους διωγμούς σε όλη την κλίμακα των εκδηλώσεών τους. Τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη του 1922 συντρίβονται με αδιανόητη τραγικότητα και για πάντα τα όνειρα του ελληνισμού στη γη της Μ. Ασίας. Στις φλόγες παραδίδονται πολλά χωριά στα δυτικά παράλια, όπως και η όμορφη ελληνική Σμύρνη. Κι αυτά μπροστά στα μάτια των Συμμάχων που έμειναν απλοί θεατές των τραγικών σκηνών των σφαγών, των βιασμών και των εκτελέσεων. Το αίμα και το μαρτυρικό βασανιστήριο των Ελλήνων της Αιολικής και Ιωνικής γης σφράγισαν την τελευταία σελίδα της τρισχιλιόχρονης ιστορικής παρουσίας τους.

Η Ανακωχή των Μουδανιών (11 Οκτωβρίου 1922) έθεσε τέρμα στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο και ανέστειλε κάπως το κύμα της βίας και της σφαγής, αναγνωρίζοντας παράλληλα ως θέμα σοβαρό την τύχη του Μικρασιατικού ελληνισμού. Αυτή καθορίστηκε στις συζητήσεις για τη συνθήκη ειρήνης, που άρχισε τις εργασίες της στη Λωζάννη (21 Νοεμβρίου 1922). Στις 30 Ιανουαρίου 1923 υπογράφτηκε ειδική Σύμβαση για ανταλλαγή πληθυσμών.

Η έντονη αντίθεση κατά της υποχρεωτικής Ανταλλαγής, δηλαδή του οριστικού εκπατρισμού της μικρασιατικής και θρακικής ομογένειας, εκφράστηκε σε ψήφισμα που εγκρίθηκε από τον προσφυγικό λαό των Αθηνών σε πάνδημο συλλαλητήριο τον Ιανουάριο του 1923, στο οποίο οι άνθρωποι ζήτησαν τα αυτονόητα δίκαιά τους ,της ελευθερίας και της ιδιοκτησίας, επισημαίνοντας το δικαίωμα να κατοικούν στη γη των προγόνων τους και καταδικάζοντας την άδικη στάση των Συμμάχων, τους οποίους εμπιστεύτηκαν και βοήθησαν. Ψήφισαν ομόφωνα τη δυνατότητα παλιννόστησης, που έπεσε τελικά στο κενό. Απέναντι στο δίκαιο και στον ανθρωπισμό υπερίσχυσε σε όλες τις πλευρές η πολιτική σκοπιμότητα.

Βέβαια η ανταλλαγή των πληθυσμών στη δεδομένη χρονική στιγμή και με τις συνθήκες που είχαν δημιουργηθεί στα Βαλκάνια εξασφάλισε την ελληνική δημογραφική ομοιογένεια των πολύπαθων περιοχών της Μακεδονίας και της Δυτικής Θράκης. Απομένει όμως το γεγονός ότι ουδέποτε ενημερώθηκαν οι ξεριζωμένοι Έλληνες πάνω στους πραγματικούς λόγους ή στα ανομολόγητα ελατήρια της οριστικής συντριβής του ονείρου του επαναπατρισμού, ούτε τους κάλεσε ποτέ κανείς να διατυπώσουν γνώμη πάνω στη μοίρα που τους επιβλήθηκε. Η ξεριζωμένη γενιά έμεινε με την πικρή αίσθηση ότι περιφρονήθηκε ως σύνολο ανθρώπινο με βούληση και αξιοπρέπεια. Ελάχιστη δικαίωση των προσφύγων μπορεί να θεωρηθεί η εκ των υστέρων σφοδρή αντίθεση της Επιστήμης στο σύστημα της Ανταλλαγής των πληθυσμών που κρίθηκε ως παραβίαση θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου: του δικαιώματος στη ριζωμένη στο πάτριο έδαφος οικογενειακή εστία και στο φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον του.

Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς στάθηκαν χρόνια δύσκολα. Την εξαθλίωση και τον πόνο για τις χαμένες πατρίδες συμπλήρωνε η δυσπιστία και κάποια αντίθεση του γηγενούς στοιχείου. Η στάση αυτή φανέρωνε έναν συνειδητό ή υποσυνείδητο φόβο μήπως η μάζα του ενός εκατομμυρίου πεντακοσίων χιλιάδων ξεριζωμένων και εξαθλιωμένων Μικρασιατών που εισέρρευσε απότομα σε μια χώρα έξι μόλις εκατομμυρίων κατοίκων δημιουργήσει προβλήματα κοινωνικά, καταλυτικά της εύθραυστης κοινωνικής ισορροπίας που είχε εξασφαλίσει με τις αναπόφευκτες παλινδρομήσεις ένας σχεδόν αιώνας ελεύθερου κρατικού βίου.

Η αντιμετώπιση όμως αυτή ήταν μικρόνους γιατί η βαθμιαία άνοδος του προσφυγογενούς κόσμου, κι ακόμη περισσότερο η συμβολή του σε μιαν ανορθωτική διαδικασία που σημειώθηκε στην Ελλάδα σε χρόνια μεταγενέστερα, είναι φαινόμενα που κανείς δεν αμφισβητεί σήμερα. Μικρασιάτες, Πόντιοι, Κωνσταντινοπολίτες και Θράκες δεν περιορίσθηκαν απλώς σε μια οικονομική ή πολιτιστική εισφορά στο εθνικό σύνολο αλλά στάθηκαν αυτόχρημα συνδημιουργοί στη διαμόρφωση του Νέου Ελληνισμού.

Ημέρα μνήμης λοιπόν η σημερινή. Μνήμης των ιστορικών γεγονότων και των ανθρώπων που έμειναν πίσω και χάθηκαν αναίτια. Οι νεκροί περιμένουν τη δικαίωση η οποία επέρχεται μόνο μέσα από την ανάμνηση και ανάκληση του παρελθόντος, γιατί όσο κι αν οι σημερινές διεθνείς και ευρωπαϊκές συνθήκες στοχεύουν με ισότιμους και δίκαιους όρους στη συνεργασία και την ειρήνη μεταξύ των λαών, επιθυμητό και ευκταίο από όλους, το αγκάθι της Μ. Ασίας πληγώνει κάθε ελληνική ψυχή. Σίγουρα προχωρήσαμε και θα προχωρήσουμε αλλά ποτέ δεν θα ξεχάσουμε.

Η μνήμη προς το παρελθόν και η προοπτική προς το μέλλον συνιστούν τους δυο άξονες της ανθρώπινης ζωής, των ατόμων και των Εθνών, με την έννοια ότι η πρώτη επιδρά στη δεύτερη καθορίζοντας με αυτόν τον τρόπο τις επιλογές του παρόντος, ιδιαίτερα σε εποχές κατά τις οποίες οι προκλήσεις είναι μεγάλες.

Οι γενιές που έζησαν τους Βαλκανικούς πολέμους, το Μεγάλο Πόλεμο, τη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή και φυσικά τα όσα ακολούθησαν αντιμετώπισαν αυτές τις προκλήσεις, πολέμησαν και θυσιάστηκαν για τα ιδανικά τους, επιδιώκοντας ίσως το ακατόρθωτο, γιατί δεν είναι το ασφαλές της νίκης που σφυρηλατεί τους λαούς.

Οι προκλήσεις στην εποχή μας είναι πολλές και δοκιμάζουν τις αντοχές μας ως έθνος και ως κράτος. Όμως η ιστορία μας έχει να επιδείξει ότι ακόμα και στις πιο τραγικές στιγμές βρίσκουμε τον τρόπο να ορθοποδήσουμε, αρκεί να είναι ζωντανή η ιστορική μνήμη και αυτοσυνειδησία.

Μια πατρίδα, όπως και να την ονομάσουμε- αλύτρωτη, χαμένη, αλησμόνητη- ζει πάντοτε στα απαραβίαστα πνευματικά σύνορα της εθνικής μας συνείδησης και από τα ορεινά της τοπία σιωπηλά, αλλά επίμονα, προστάζει να μην τη λησμονήσουμε ποτέ.

"Οι ματωμένες μνήμες μας, οι Ιωνικές μας νύχτες, οι ελληνικές μας αντοχές θα νικούν το χρόνο."





Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Τα πλοία του ναυτικού αγώνα της Σάμου κατά την Επανάσταση του 1821









Η ιστορική αναδίφηση εκτός από τις πληροφορίες που αποδίδει για την κατανόηση και ανασύσταση του παρελθόντος δημιουργεί πολλές φορές στον ερευνητή ή τον αναγνώστη την επιθυμία να μπορούσε να ταξιδέψει στο χρόνο για να ζήσει με όλες του τις αισθήσεις το παρελθόν.


Μια τέτοια επιθυμία με κυριεύει όταν μελετώ τα βιβλία της τοπικής Ιστορίας ή τα αρχεία της εποχής για την Επανάσταση του 1821. Και είναι καιρός που με τριβελίζει η ιδέα για το ναυτικό αγώνα της Σάμου και τα πλοία που χρησιμοποιήθηκαν. Ένας κατάλογος από το βιβλίο του Γιάννη Ζαφείρη (Λογοθέτης Λυκούργος, ο μεγάλος του 1821) με την κατηγοριοποίηση των καταδρομικών πλοίων και τα ονόματα των πλοιάρχων τους έγινε η αιτία να ασχοληθώ με το θέμα όχι με τη διάθεση της λεπτομερούς έρευνας αλλά με τη διάθεση ικανοποίησης της ανθρώπινης περιέργειας για τα μέσα που διέθεταν οι άνθρωποι και οι αγωνιστές εκείνης της εποχής. Έτσι οι λέξεις μαρτίγος, τσερνίκι, γαλιώτα, μίστικο, γολέτα, μπρίκι, ζαμπέκο έστησαν χορό και με οδήγησαν στις θάλασσες της ιστορικής , λεξιλογικής και διαδικτυακής έρευνας.

Ο Αγώνας στη θάλασσα κατά την Επανάσταση του 1821 είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και σημαντικά θέματα της νεοελληνικής Ιστορίας. Βέβαια έχουν γραφτεί πολλές μελέτες και βιβλία αλλά η έρευνα και σήμερα συνεχίζεται με βάση τις πηγές των Γενικών Αρχείων του κράτους. Σίγουρα τα νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά έπαιξαν καθοριστικό ρόλο με την ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας και τη ναυτική δύναμη που διέθεταν από το 18ο αιώνα, αλλά και η Σάμος έχει προσφέρει το δικό της κομμάτι στον ναυτικό αγώνα του 1821.

Σύμφωνα με τον Επαμεινώνδα Σταματιάδη η ναυτιλία στη Σάμο άργησε να αναπτυχθεί, επειδή το νησί προσέφερε όλα τα απαραίτητα για τερπνό κι ευχάριστο βίο με αποτέλεσμα την αυτάρκεια σε αγαθά, γεγονός που δεν παρατηρούνταν σε άλλα άγονα νησιά , όπως οι Σπέτσες, η Ύδρα, τα Ψαρά των οποίων οι κάτοικοι είχαν στραφεί στη θάλασσα.

Άλλωστε οι Τούρκοι απαγόρευαν την κατασκευή μεγαλύτερων πλοίων , ενώ ο φόβος της αιχμαλωσίας από πειρατές αποθάρρυνε τους επίδοξους ταξιδιώτες. Στο τελευταίο τέταρτο του 16ου αιώνα ο Ούγος ντε Κρεβελιέ διαβόητος και θηριώδης πειρατής, Γάλλος στη καταγωγή, είχε τρομοκρατήσει με τις επιδρομές του τους κατοίκους των νησιών του Αιγαίου Πελάγους ενώ το 1676 είχε επιτεθεί στη Σάμο επιφέροντας μεγάλες καταστροφές.

Στη Σάμο λοιπόν το 18ο αιώνα είχαν κατασκευαστεί λιγοστά πλοιάρια ακτοπλοϊκά, που λέγονταν «ξύλα» και είχαν αποστολή να εξυπηρετήσουν τη συγκοινωνία και το μικρό εμπόριο του νησιού με τα γύρω νησιά και την απέναντι ασιατική παραλία. Τα πλοιάρια αυτά ταξίδευαν από Μάρτιο μέχρι Οκτώβριο και το χειμώνα έμεναν προσορμισμένα.

Περί το 1740 ο Αλέξιος Ράπτης από το Μαραθόκαμπο έφερε ναυπηγούς από την Πάτμο και πρώτος αυτός ναυπήγησε πλοίο, ένα «μαρτίγο» .

Με το όνομα Μαρτίγος φέρονταν στις αρχές του 19ου αιώνα μικρό ιστιοφόρο σκάφος των ελληνικών θαλασσών, το οποίο έφερε μεγάλο ιστό (κατάρτι) πρώραθεν του μέσου του διαμήκους του, με δολώνιο ιστίο (πανί) και πρύμνηθεν αυτού σακολαίφη (πανί). Αποτελούσε μικρή παραλλαγή του Τσερνικίου. Το Τσερνίκι ήταν ένα οξύπρυμνο και μονόστηλο ιστιοφόρο που έφερε μεγάλη σακολαίφη και ήταν εξαιρετικά εύπλουν ακόμα και στις πλαγιοδρομίες.

Τα σκάφη αυτά χρησιμοποιούνταν ως μέσα συγκοινωνίας και μεταφορών μεταξύ των νησιών και ως αλιευτικά σκάφη. Οι Τούρκοι των ανατολικών ακτών του Αιγαίου το αποκαλούσαν καραμουσάλ.

Πώς τώρα από το μαρτίγο του 18ου αιώνα φθάσαμε σε ένα στολίσκο με 35 πολεμικά πλοία το 1824 είναι ένα ερώτημα που αξίζει να διερευνήσουμε με όσες πηγές διαθέτουμε, για να κατανοήσουμε την αξία και το μέγεθος του ναυτικού αγώνα κατά την Επανάσταση του 1821, σε σχέση πάντα με τη Σάμο. Παράλληλα βέβαια εξετάζονται και θέματα που είναι σχετικά με το είδος των πλοίων που αποτελούσαν το σαμιώτικο στόλο, οι αποστολές που εκτελούσαν, τα μέσα που διέθεταν, τα πολεμικά εφόδια και η διανομή των λαφύρων.

Ο μαρτίγος του Αλεξίου Ράπτη θαλασσοπόρησε ως την Κωνσταντινούπολη και σε άλλα τούρκικα λιμάνια και βέβαια ο καπετάνιος του τιμήθηκε για την τόλμη του και τη δραστηριότητά του.

Μετά τον Αλέξιο Ράπτη, στα χρόνια της Ρωσοκρατίας και με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), ήρθαν στη Σάμο ναυτικοί από το Λεωνίδιο, από τις Βοιές της Λακωνικής και από τις Σπέτσες και ναυπήγησαν για τους Σαμιώτες πλοία, με τα οποία συνταξίδευαν ύστερα στη Ρωσία και στην Ευρώπη κερδίζοντας όλοι μεγάλα ποσά.

Από αυτό το χρονικό σημείο παρατηρείται η ανάπτυξη της ναυτιλίας στη Σάμο, αφού οι Σαμιώτες συνήθισαν τη θάλασσα, αύξησαν τον αριθμό των πλοίων τους και συγκρότησαν εμπορικό στολίσκο με τις ανάλογες ωφέλειες για το νησί.

Ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης αναφέρει γι’ αυτά τα χρόνια ότι από τους ναυτικούς της Σάμου ξεχώριζαν για τη μεγαλοπραγμοσύνη τους και τη ναυτική τους δεξιότητα οι Μαραθοκαμπίτες, πολλοί από τους οποίους έδειξαν εξαιρετική τόλμη και αφοβία. Παρουσιάζει ως παραδείγματα: 1ον) τον Ιωάννη Δεληγιάννη που επιβαίνοντας μόνος του σε μια βάρκα χωρητικότητας ενάμιση τόνου ταξίδεψε από τη Σάμο στην Προποντίδα 2ον) τον Γεώργιο Δουδούνα που με μια άλλη μικρή βάρκα ταξίδεψε από την Ύδρα στη Σάμο γιατί πόθησε να φάει σταφύλια της πατρίδας του 3ον)τον Δημήτρη Γιαουντή που φόρτωσε ένα μικρό πλοιάριο με μήλα και πήγε στην «Ταμίαθιν» της Αιγύπτου όπου πούλησε το εμπόρευμά του.

Αναφέρεται και ο Σταμάτης Γεωργιάδης για τις ναυτικές του ανδραγαθίες καθώς και ο Εμμανουήλ Αγγελινίδης.

Αυτά τα παραδείγματα ανθρώπων αποδεικνύουν τη στροφή των Σαμίων προς τη θάλασσα και την τάση τους να διεκδικήσουν, ασύνειδα βέβαια, ένα μικρό κομμάτι από την πίτα των θαλάσσιων μεταφορών εκείνης της εποχής . Άλλωστε δεν ξεχνάμε ότι έχουν διαμορφωθεί και οι ανάλογες συνθήκες από τη διεθνή πολιτική συγκυρία είτε γιατί αυτή έδιωχνε τα ευρωπαϊκά καράβια από τη Μεσόγειο (ιδιαίτερα ο Επταετής πόλεμος 1756-63, ο πόλεμος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας 1778-83, και οι πόλεμοι της Γαλλικής επαναστάσεως) είτε γιατί ευνοούσε άμεσα την ελληνική ναυτιλία (Κιουτσούκ Καϊναρτζή 1774, Αϊναλί Καβάκ 1779) .

Από την άλλη είναι γνωστό ότι η Τουρκική διοίκηση έπαιρνε ένα ορισμένο αριθμό ανθρώπων από τα χωριά του Μαραθοκάμπου, της Καστανιάς και της Λέκας για τον τουρκικό στόλο. Αυτοί λέγονταν σεφερλήδες , υπηρετούσαν για κάποιο διάστημα, 3 χρόνια και έπαιρναν μισθό ανάλογο, 115 γρόσια , ενώ απαλλάσσονταν από φόρους και αγγαρείες. Είναι ενδιαφέρον το συμφωνητικό κείμενο που ακολουθεί και για τις πληροφορίες που παρέχει αλλά και τον τρόπο γραφής του.

«Διά του παρόντος συμφωνητικού γράμματος φανερώνουν και ομολογούν τα δύο μέρη ήτοι ο Μιχαήλ Αθηναίος και ο Ιωάννης Βρότσος ότι υπόσχονται με την ιδίαν τους γνώμην και με ευχαρίστησίν τους δια να υπάγουν να δουλέψουν εις την Βασιλικήν δούλευσιν, καθώς είμεθα προσταγμένα τα τρία χωριά ήγουν Μαραθόκαμπον, Καστανέα και Λέκα. Προς τούτοις εσυμβιβάσθηκαν και υποσχέθηκαν οι άνωθεν δύο διά να υπάγουν και τους επληρώσαμεν από τα άνωθεν τρία χρόνια και τους εδώσαμεν του κάθε ενός γρόσια 115 λέγω εκατόν δέκα πέντε και ότι άλλην πληρωμήν λάβουν από την Βασιλείαν να είναι ιδικά τους. Ακόμη εις όσον καιρόν κάμουν, να μην πληρώσουν σαλιανέ ούτε κανένα δόσιμον και ούτως υπόσχονται διά να υπάγουν να δουλέψουν πιστεμένα και βεβαιόνουν.

1796 Μαρτίου 6

Μιχάλης Αθηναίος με το να μην ηξεύρη να γράψη, βάζει το σημείον του δακτύλου του και υπόσχεται.

Ιωάννης Βρότζος βάζει το σημείον του δακτύλου του.

Χωρίου Λέκα υποσχόμεθα.

Χωρίου Καστανέα υποσχόμεθα.

Νικολάκης παρακαλετώς έγραψα και μαρτυρώ.»



Πώς αλήθεια μπορεί να συμβιβαστεί η «ευχαρίστηση» των ναυτών σεφερλήδων με το γεγονός ότι αυτά τα τρία χωριά ήταν «προσταγμένα» να στείλουν προσωπικό είναι ένα θέμα που ξεχωρίζει, γιατί οι άνθρωποι αυτοί αναγκάζονταν να υπηρετήσουν αυτή τη θητεία είτε εξ ανάγκης επιβίωσης είτε εξ ορισμού από την κοινότητά τους. Το βέβαιο είναι όμως ότι μέσα από αυτή τη διαδικασία κάποιοι από τους ναύτες που κατόρθωναν να επιστρέψουν από την υποχρεωτική θητεία επάνδρωσαν κατά τον Αγώνα τα πολεμικά σκάφη.

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις ,ιστορικές και οικονομικές, φθάνουμε στην αρχή του 19ου αιώνα οπότε ο Νικόλαος Σταμούλος από τον Παγώνδα με δυο χιλιάδες ενετικά φλουριά ναυπήγησε ένα μεγάλο μαρτίγο με το οποίο ταξίδεψε σε πολλά μέρη και συγκέντρωσε την εκτίμηση και την αναγνώριση των συμπατριωτών του. Μετά από αυτό και άλλοι τόλμησαν μεγαλύτερα ταξίδια, όπως ο Αναγνώστης Κεπετζάκος, από τα Καρλοβάσια, ο οποίος με μικρότερο πλοίο ταξίδευε μέχρι τη Μεθώνη και την Κορώνη.

Μεγαλύτερη ανάπτυξη της Σαμιώτικης ναυτιλίας παρατηρήθηκε κατά τους Ισπανικούς πολέμους , όπως βέβαια και για άλλα νησιά, αφού είναι γνωστό οι Έλληνες ναυτικοί, ανάμεσά τους και Σαμιώτες, παραβίαζαν τον ναυτικό αποκλεισμό και εφοδίαζαν τους Ισπανούς με προϊόντα.

Με το τέλος του πολέμου και με την υποχώρηση της τιμής των δημητριακών την ίδια εποχή οι περισσότεροι Σαμιώτες πλοίαρχοι καταστράφηκαν και λίγοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν μέρος της περιουσίας τους.

Με την έναρξη του Αγώνα του 1821, αν και η Σάμος δεν είχε τα κατάλληλα πλοία ,εντούτοις οργανώθηκε και το 1824 διέθετε 35 πολεμικά πλοία διαφόρων ειδών.

Το πρώτο καταδρομικό πλοίο ήταν ο μαρτίγος ή μαρτιγάνα του καπετάνιου Μανώλη Χατζηγεωργίου, με το όνομα «Παναγία». Ο Μανώλης Χατζηγεωργίου μετέτρεψε το πλοίο του σε καταδρομικό μετά την επέμβαση του γενικού επιτρόπου όπως Φιλικής Εταιρείας Δημ. Θέμελη που βρισκόταν στη Σάμο από τις 24 Απριλίου μαζί με το Λυκούργο Λογοθέτη για την οργάνωση του αγώνα. Το πλοίο αυτό ανέλαβε το καθήκον της φύλαξης του Επταστάδιου πορθμού (Νταρ μπογάζ) κι έτσι αποχώρησαν τα δυο Σπετσιώτικα καράβια που περιπολούσαν στην περιοχή. Υπήρξαν και άλλα πλοία περιπολούντα σύμφωνα με το κατάστιχο λογαριασμών του πρώτου χρόνου του Αγώνα, όπου φαίνονται τα έξοδα που έκανε η πατρίδα 1ον: για τον εφοδιασμό των σαμιώτικων πλοίων με τα απαραίτητα, μπαρούτι, μολύβι, σίδερο για τα κανόνια, πίσα ή κατράμι, ξύλα, καρφιά και μπάλες, φελό για το παραπέτο, κρασί, σφαχτά, ψωμί, παξιμάδι, χαψά, κριθάρι, σιτάρι, βελόνες πανιών ή ραφτικά για την παντιέρα, τυρί, ρύζι, καφέ και ζάχαρη, 2ον : για μισθούς των ναυτών και 3ον: για τον εφοδιασμό των ελληνικών πλοίων (του ελληνικού στόλου από Υδραίικα, Σπετσιώτικα και Ψαριανά καράβια) που ήλθαν σε βοήθεια.

Στη συνέχεια άρχισαν οι ταρσανάδες της Σάμου με την καθοδήγηση του Λυκούργου Λογοθέτη να δουλεύουν ασταμάτητα και καινούργια πλοία έπεφταν στη θάλασσα. Έτσι ναυπηγήθηκε ο πάρωνας «Αχιλλέας» του καπετάν Σταμάτη Γεωργιάδη εξοπλισμένος με 20 κανόνια (τηλεβόλα), η ημιολία «Χαρίκλεια» του Κωνσταντίνου Παλαιού με 6 κανόνια, η ημιολία «Σκύλλα» του Παράσχου Τσακιρόπουλου με 4 κανόνια και ο μαρτίγος «Άγιος Νικόλαος» του Θεοδώρου Φώκου με 6 κανόνια κι άλλα μικρότερα πλοία.

Ο πάρωνας ονομαζόταν και μπρίκι, βρίκι ή βρίκιον (αγγλ. Brig) ήταν μεγάλο ιστιοφόρο πολεμικό πλοίο με δύο ιστούς στους οποίους υψώνονταν τετραγωνικά ιστία. Η ιστιοφορία αυτή αυξανόταν και με τη χρησιμοποίηση τραπεζοειδούς επιδρόμου ή μπούμας στον πρυμναίο ιστό, οπότε αυξανόταν σημαντικά και η ταχύτητα του σκάφους. Το εκτόπισμα των πλοίων αυτών επέτρεπε να χρησιμοποιούνται αρκετά πυροβόλα (κανόνια), περί τα 15 ή και περισσότερα.

Η ημιολία που ονομάζεται και γολέτα ή σκούνα είναι δίστηλο ιστιοφόρο πλοίο, μάλιστα τα ιστία κλίνουν ελαφρώς προς την πρύμνη, φέρει και στους δύο ιστούς ημιολικό ιστίο και στον πρωραίο ιστό ένα ή δύο τετράγωνα ιστία πάνω από το ημιόλιο.

Στα 1824 δύο μπρίκια, μία μαρτιγάνα, τέσσερις μαρτίγοι, εννέα γολέτες, δώδεκα τσερνίκια, τρία μίστικα και τρεις τράτες ή γαλιότες, ένα ζαμπέκο, σύνολο 35 πολεμικά αποτελούσαν τη ναυτική δύναμη της Σάμου .

Το ζαμπέκο ή σεμπέκ(ι) ή η λιβυρνίς και μίστικο ήταν ένα τρικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο, γρήγορο και ευέλικτο με μεγάλα τριγωνικά ιστία που στηρίζονταν σε πολύ μακριές και λεπτές κεραίες και σχημάτιζαν με τους ιστούς οξεία γωνία. Ο πλωριός ιστός βρισκόταν πολύ κοντά στην πλώρη με χαρακτηριστική προς τα εμπρός κλίση. Ο πρυμνιός (και μικρότερος ιστός) βρισκόταν δίπλα στο ποδόσταμο.



Μια από τις αποστολές των Σαμιώτικων πλοίων, όπως αναφέρθηκε, ήταν η περιπολία και η φρούρηση του νησιού από τα τουρκικά πλοία . Βέβαια και κάθε άγνωστο πλοίο το πλησίαζαν και προσπαθούσαν να το καταλάβουν. Χαρακτηριστικό της τόλμης των Σαμιωτών ναυτικών είναι το περιστατικό που αναφέρει ο Επαμεινώνδας Σταματιάδης «μια άλλη φορά ο Κωνσταντίνος Κολομπώτας, αφού συνάντησε ένα ύποπτο πλοίο, του επιτέθηκε, αλλά ξαφνικά από τα πλευρά του ύποπτου πλοίου ανοίχτηκαν πολλά πορτέλα, από τα οποία πρόβαλλαν οι μπούκες πολλών κανονιών, ξερνώντας φοβερή φωτιά. Το πλοίο ήταν αγγλικό πολεμικό και επάνω ήταν ο ναύαρχος Χάμιλτον, ο οποίος, αφού συνέλαβε τον Σαμιώτη καταδρομέα, τον έστειλε στη Μάλτα, όπου παρέμεινε δεσμώτης αρκετό διάστημα». Μέσα στα πλαίσια της περιπολίας εντάσσεται και η πειρατεία που ήταν ένα μέσο για την εξεύρεση εφοδίων.

Άλλη σημαντική αποστολή ήταν οι επιδρομές στα παράλια όπως Μ. Ασίας. Με τις επιδρομές στα Μικρασιατικά παράλια οι Σαμιώτες, όπως και άλλοι νησιώτες , κρατούσαν απασχολημένους τους Τούρκους σε εδάφη πιο κοντά στην Κωνσταντινούπολη και έδιναν βοήθεια στους Έλληνες κατοίκους που υπέφεραν κατά καιρούς τα πάνδεινα , όπως φαίνεται από τα γράμματα που έστελναν κατά καιρούς στη Σάμο. Επίσης συγκέντρωναν πολλά λάφυρα που μοιράζονταν στα τρία. Το πρώτο μέρος το έπαιρνε η Πατρίδα ,το δεύτερο η Εκκλησία και το τρίτο μοιράζονταν αναλογικά στον πλοίαρχο, στους ναύτες και στους άντρες του καταδρομικού.

Τέλος τα σαμιώτικα καταδρομικά πλοία συνεργάζονταν με τον ελληνικό στόλο και αναλάμβαναν κι άλλες αποστολές ,όπως κατασκοπευτικές ανιχνεύσεις.

Για παράδειγμα το Μάρτιο του 1827 ο Μιαούλης έστειλε τον καπετάν Σταμάτη Γεωργιάδη στη Αλεξάνδρεια για να κατοπτεύσει τις κινήσεις του Αιγυπτιακού στόλου που ετοιμαζόταν να αποπλεύσει. Η δύναμη στο πλοίο του καπετάν Σταμάτη αριθμούσε 65 Σαμιώτες. Η αποστολή αυτή ήταν επιτυχής και παρά το γεγονός ότι καταδιώχτηκαν από τα αιγυπτιακά πλοία κατόρθωσαν να ξεφύγουν καταλαμβάνοντας κι ένα εμπορικό πλοίο της νηοπομπής και να το φέρουν στην Πάτμο, όπου μοίρασαν τη λεία του ενώ τους επιβάτες τους μετέφεραν στην Μ. Ασία και τους αντάλλαξαν με ζώα.

Διαφορετικά πλοία ,τσερνίκια, μαρτίγοι και μαρτιγάνες, πάρωνες και γολέτες , μίστικα και τράτες αποτελούσαν το Σαμιώτικο καταδρομικό στόλο το 1824. Ψυχωμένοι άνθρωποι τα κυβερνούσαν και γενναίοι ναυτικοί καθημερινά έδιναν τον αγώνα και για την πατρίδα αλλά και για την επιβίωσή τους κρατώντας σταθερή τη θαλασσινή τους πορεία και οδηγώντας την πατρίδα προς την ελευθερία.

Ακολουθεί ο κατάλογος των πλοίων και των πλοιάρχων τους ,όπως τον έχει καταγράψει ο Γιάννης Ζαφείρης με μια μικρή συμπλήρωση από άλλες πηγές.

Θα είχε ενδιαφέρον κάποια στιγμή να γίνει ένα ταξίδι προσωμοίωσης με ανάλογο σκάφος ακολουθώντας κατά γράμμα τη διαδρομή, όπως παρουσιάζεται στην Ιστορία του Γ. Δημητριάδη, σύμφωνα με το ημερολόγιο του πλοίου.

Και βέβαια πέρα από τη συλλογική ιστορία αξίζει τον κόπο να ερευνηθεί η ζωή και προσφορά των ατόμων, όσο αυτό είναι σήμερα εφικτό.



Ονοματεπώνυμο πλοιάρχου  Είδος πολεμικού πλοίου  Όνομα πλοίου

1.Κων/ντος Λαχανάς  Γολέτα (ημιολία, σκούνα)  Πυθαγόρας

2.Σταμάτης Γεωργιάδης Μπρίκι (πάρων) Αχιλλέας



3.Μανώλης Χατζηγεωργίου Μαρτιγάνα Παναγία

4.Μανώλης Αγγελινίδης Μαρτίγος (μυοπάρων)

5. Παράσχος Τζακιρόπουλος Ζαμπέκο

6.Αντώνιος Τσακμάκης Μαρτίγος

7.Γιάννης Γιαγάς Τσερνίκι Στρίγλα

8.Δημήτριος Αυτιάς Τσερνίκι Σκορδούλα

9.Θεόδωρος Φώκος Τσερνίκι-Μαρτίγος Άγιος Νικόλαος-Αρίσταρχος

10.Σωτήρης Κατσούλης Τσερνίκι Κατσούλενα

11.Γεώργιος Τραχηλάκης Μαρτίγος

12. Περής Ιωάννου Μαρτίγος

13. Μανώλης Σοφούλης Τσερνίκι

14.Μανώλης Φαράκλας Τσερνίκι

15.Κων/νος Παληός Γολέτα Χαρίκλεια

16.Μιχ. Πύρος Γολέτα

17.Κων/νος Μισιτζής Γολέτα

18.Κων/νος Κονταξής Γολέτα

19.Μιχαήλ Πήλιος Γολέτα

20.Κων/νος Κοντραφούρης Τσερνίκι

21.Παν. Βαλσάμος Μπρίκι (πάρων) Τριαντάφυλλο

22.Πα. Μαλαματένιας Τσερνίκι

23.Ασλάνης Τσακαλοφάς Γαλιώτα

24.Γ. Χατζή Κωνσταντίδενας Γαλιώτα

25.Δημ. Παπά Ανδρέα Μίστικο (σεμπέκι ή λιβυρνίς)

26.Ζαχαρίας Παναγιωτάκης Γαλιώτα

27.Παν. Καρλοβασίτης Μίστικο

28.Κων/νος Μανιάτης Μίστικο

29.Κων/νος Επιτρόπισας Τράτα

30.Ιωάν. Παράσχος Τράτα

31.Κων/νος Καραγιαννάκης Τσερνίκι

32.Ασλάνης Σαντορινιός Τράτα

33.Θεόδ. Τσακουμάκης Τσερνίκι

34.Μαν. Χατζή Ναλέτης Τσερνίκι

35.Στέφανος Χράπης Τσερνίκι

ΣΥΜΠΗΡΩΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ

1.Αλέξανδρος Ραφαλιάς Γολέτα (Ημιολία)

2.Σπυράκης Χατζηδημητρίου Λιβυρνίς Ποσειδών

3.Παπαϊωάννου Ανδρέας Μαρτίγος

4.Νικόλας Καλός Γαλιότα

5.Αλέξανδρος Σκροπίδης Γαλιότα Φώτω

  Παραπομπές
1.Επαμ. Σταματιάδου, Σαμιακά, τόμος Δ΄, σελ. 478 κ.ε. ,εκδ. Ι. Σοφούλης ,Αθήνα 1970


2.Δόλων: το δεύτερο υπέρ το κατάστρωμα ιστίο (αλλιώς γάμπια) με τραπεζοειδές σχήμα. Στην αρχαιότητα ήταν ο μικρότερος ιστός πλοίου στην πρώρα και το φερόμενο από αυτόν ιστίο.

3.Σακολαίβα-σακολέβα (σακολεβών) : τετράγωνο πανί του οποίου η ραφή είναι τέτοια ώστε να γεμίζει (φουσκώνει) από τον άνεμο σχηματίζοντας ένα είδος σάκου.

4.Ι.Ε.Ε. τόμος ΙΑ΄ σελ. 182, Σπ. Ασδραχάς, Η ελληνική συμμετοχή στις θαλάσσιες μεταφορές, Εκδοτική Αθηνών 1975

5. Επαμεινώνδα Σταματιάδη, Σαμιακά, ό.π. σελ. 481.

6. Ι.Ε.Ε. τόμος ΙΑ΄ σελ.150-151

7. Επαμεινώνδα Σταματιάδη, Σαμιακά, ό.π. σελ. 482

8. Γιάννης Α. Ζαφείρης , Λογοθέτης Λυκούργος, ο μεγάλος του 1821, Αθήνα 1977,σελ.107

9. Χρίστος Λάνδρου, Τα Σαμιακά κατάστιχα του 1821 και τα πλοία «προς φύλαξιν της πατρίδος», εφημ. Χαραυγή 10 Ιουλίου 2010



10. Γιάννης Α. Ζαφείρης , Λογοθέτης Λυκούργος, ο μεγάλος του 1821, Αθήνα 1977,σελ. 110

11.Χρίστος Λάνδρου, Τα Σαμιακά κατάστιχα του 1821 και τα πλοία «προς φύλαξιν της πατρίδος», εφημ. Χαραυγή 10 Ιουλίου 2010

12. Επαμεινώνδα Σταματιάδη, Σαμιακά, τόμος Γ΄ σελ. 159, 296, 351



13. Επαμεινώνδα Σταματιάδη, Σαμιακά, τόμος Γ΄ σελ. 371


































Σάββατο, 12 Φεβρουαρίου 2011

Βραδιές Παπαδιαμάντη

100 χρόνια συμπληρώνονται το 2011 από το θάνατο ενός μεγάλου πεζογράφου της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Διαβάστηκε και διαβάζεται µε πολλούς διαφορετικούς τρόπους και ίσως αυτό είναι που εξασφαλίζει την επιβίωσή του µέχρι σήµερα.


Πριν από µισό αιώνα διαβαζόταν περισσότερο «ιδεολογικά», ως θεµατοφύλακας των εθνικών και πνευµατικών αξιών του τόπου .Ήταν ο σκιαθίτης «κοσµοκαλόγερος», ήταν ένας «άγιος». Σήµερα ενδιαφέρει µάλλον το εκκοσµικευµένο προφίλ του, είναι ο «ποιητής», ο «ερωτικός», ο «κοινωνικός» και διαβάζεται κυρίως για τις λογοτεχνικές αρετές του έργου του, ενώ οι χαρακτήρες του συγκινούν και πλήθος κινηµατογραφιστών.

Η Σχολική Βιβλιοθήκη του Πυθαγορείου Γενικού Λυκείου Σάμου τιμώντας τη μνήμη του διοργανώνει βραδιές ανάγνωσης σχολιασμού και ερμηνείας έργων του « ποιητή με τον πεζό λόγο » Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στις 16 και 23 Φεβρουαρίου 2011, ώρα 19:00, στο χώρο της Βιβλιοθήκης. Ελάτε να διαβάσουμε κείμενα του Παπαδιαμάντη και κείμενα για τον Παπαδιαμάντη, να σχολιάσουμε και να συζητήσουμε.

Παράλληλα με την υποστήριξη του ΕΘΝΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ παρουσιάζεται η κινητή έκθεση του Κέντρου από την Τρίτη 15 έως την Παρασκευή 25 Φεβρουαρίου στο χώρο του σχολείου, ώρες επίσκεψης 9:ΟΟ-1:30 το πρωί Δευτέρα έως Παρασκευή και τις Τετάρτες 16 και 23 Φεβρουαρίου από 19:00 έως 21:00.

Η Υπεύθυνη της Σχολικής Βιβλιοθήκης

Ελπίδα Κατσικογιάννη, φιλόλογος

Σωκράτης Μάλαμας - Στα μάτια τα ψιχαλιστά

Το Σκοτεινό τρυγόνι, Παπαδιαμάντης