Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2011

17 Νοεμβρίου 1943 , Ο άγριος βομβαρδισμός της Σάμου από τους Γερμανούς

Σύμφωνα με τις ιστορικές μαρτυρίες η Σάμος ήταν η τελευταία στη σειρά του στρατηγικού σχεδιασμού κατάληψης των νησιών του Αιγαίου από τους Γερμανούς, μετά την ανακωχή των Ιταλών με τους δυτικούς Συμμάχους. Δύο σχέδια είχαν καταστρωθεί από τη γερμανική Μεραρχία 999 για την κατάληψη της Σάμου, η οποία από τις 7 Σεπτεμβρίου 1943 βίωνε στιγμές ελευθερίας. Την 17/11/1943 εκδόθηκε η διαταγή αεροπορικής επίθεσης κατά της Σάμου στις περιοχές Βαθύ και Τηγάνι, για την προστασία των θέσεων των γερμανικών δυνάμεων στα Δωδεκάνησα και την κατάληψη του τελευταίου ελεύθερου στρατηγικού σημείου στην περιοχή. Ο βομβαρδισμός κράτησε 3 ώρες από τις 1 το μεσημέρι μέχρι τις 4 το απόγευμα.



 «Ζεματιστό το σίδερο δάγκωνε τα θεμέλια της πολιτείας, ανάσκαβε τα σπλάχνα της. Κοχλακιστός παφλασμός φωτιάς απ’ άκρη σ΄ άκρη.» (Κ. Καλατζής)



  Ο Πάνος Ευελπίδης γεννήθηκε εν Λιμένι Βαθέος το 1916 και αποφοίτησε από το Πυθαγόρειο Γυμνάσιο το 1934. Ήταν μέλος του αθλητικού συλλόγου «Λυκούργος» και αναδείχθηκε πρώτος στους δρόμους των 100 και 200 μέτρων στους Αιγαιοπελαγιτικούς αγώνες του 1936 στη Χίο. Γράφτηκε στην Πάντειο  Σχολή και ενώ ήταν στο 4ο έτος των σπουδών του κηρύχθηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση και κατά τον άγριο βομβαρδισμό του Βαθιού από τους Γερμανούς στις 17 Νοεμβρίου 1943 σκοτώθηκε από αεροπορική βόμβα με το αυτόματο στα χέρια.

Ο Κώστας Καλατζής στο μυθιστόρημά του «Ασημόπετρα» περιγράφει με ωμό ρεαλισμό τον βομβαρδισμό του Βαθιού στις 17 Νοέμβρη 1943. Αναφέρεται και στον ηρωικό θάνατο του Πάνου Ευελπίδη, χρησιμοποιώντας ως μυθοπλαστικό πρόσωπο τον χαρακτήρα του Αλέξη. Μεταφέρω το σχετικό απόσπασμα:


«Οι εκρήξεις μας προλάβανε στη συνοικία με τις καρουμπιές, ψηλά στην παρυφή της πολιτείας.

Αναταράχτηκε ο κόσμος, σκίστηκε, κι ένα πηχτό χωματένιο κύμα σηκώθηκε βίαια και μας κάλυψε. Βρεθήκαμε ζουλιγμένοι σ΄ ένα ρηχό αντιαεροπορικό χαντάκι, λίγο πιο πάνω απ΄τα τελευταία σπίτια.

Κι οι μπόμπες σκάζαν ολόγυρα. Στρούφιζε η γης, κλότσαγε ίδιο μυγιασμένο πουλάρι, άνοιγε στόματα πυρωμένα, κρατήρες πελώριους να μας χάψει. Ο αέρας ξεσκίζονταν από μυριάδες σφυριχτές βιτσιές, άναβε. Ένιωθες σπαρταριστή την καρδιά να φλετουράει ίδιο κοτσύφι πιασμένο στην ξόβεργα, και φίδια χοντρά τις καρωτίδες να γοργοχτυπιούνται τεζαρισμένες. Καρφωτά στο σβέρκο μας δάγκωνε ο πανικός.

Ερχόταν σουριχτά η μπόμπα, κι η ζωή μας όλη αναρουφιόταν με μιας από τις φλέβες της κι έφραζε κόμπος σφιχτός, το λαρύγγι. Τα δάχυλά μας γαντζώνονταν ξυλιασμένα πάνω στο αγαπημένο στέρνο της γης, κι ανασεμιά ακίνητη στα χείλια αφουγκραζόνταν και καρτέραγε. Έτοιμη να μας αφήσει και χελιδόνι άπιαστο να φτερουγίσει στο γαλάζιο στερέωμα.

Κιοτήδες ανήμποροι, με λιωμένη τη θέληση και την αξιοπρέπειά μας, ξαπλωμένοι έτσι θεόγυμνοι κάτω απ΄ την καυτερή ανάσα του θανάτου, δαγκώναμε το χώμα και περιμέναμε. Δε μας περνούσε άλλο, μόνο να περιμένουμε.

Και με το ξεπάτωμα της βροντής κάτι σαν τούμπανο ανατολίτικο, σα βούκινο, κάτι σαν πεταλόκρουσμα κεραυνωτό κάλπαζε στ΄αφτιά μας. Και μας κουκούλωναν η καυτή σκόνη, οι πέτρες. Μέναμε ασάλευτοι, σαν κάτι μαμούνια που άμα πας να τ΄ αγγίξεις κουλουριάζονται και γίνονται ένα τοσοδά σβολαράκι χώμα. Έτσι, ώσπου να κατακάτσει ο φοβερός απόηχος. Κι ύστερα, μόλις-μόλις σηκώναμε το κεφάλι. Σαλεύαμε ερωτηματικά, ψάχναμε τα πλευρά μας, κι άξαφνο κλότσημα της καρδιάς μάς συντάραζε ολόκορμους. Νιώθαμε πάλι την ύπαρξή μας. Άγρια και πυρωμένη χαρά, μυρίζοντας σκασμένη τροτίλη, μας πλάνταζε.

Ζούσαμε.

Κι οι κινητήρες πάντα βουίζανε στον ουρανό. Σφύριζαν ασταμάτητα οι μπόμπες.[…]

Ο Αλέξης βλαστήμαγε.

-Του σταυρό τ΄ς…

Δίπλα του ο Αρίστος τον κράταγε γερά απ΄ τον ώμο κι όλο του ΄λεγε:

-Φρόνιμα, Αλέξ΄, φρόνιμα. Στο φούρνο το κεφάλι…

Μα ο Αλέξης δεν άκουσε. Βούιζε το άγουρο αίμα μέσα του. Στριφοργύρναγε πεισματωμένο και τον παίδευε, του ΄δινε σπρωξιές απανωτές.

-Τ΄ν Παναγία τ΄ς … βλαστήμησε πάλι, και μ΄ένα παλμικό τεζάρισμα του κορμιού ξέφυγε του Αρίστου και βρέθηκε όρθιος στα χείλια του χαντακιού.

Ο ίσκιος του μας σκέπασε. Ρίζωσε διχαλωτά πάνω στα πόδια του και τίναξε πίσω το κεφάλι Το μαύρο του κεφαλομάντιλο του ΄πεσε και τ΄ακούρευτα μαλλιά του στρουφουλιχτά σπαρτάρισαν στον αέρα κορακάτα .

Ο ήλιος τσάχτισε σπιθάτος πάνω στις χιαστές σφαίρες του στήθους του.

Είχε ένα φοβερό μεγαλείο κείνη τη στιγμή!

Σήκωσε ψηλά το Σμάισερ ο Αλέξης και πάτησε τη σκανδάλη. Το αυτόματο κλοτσοκόπησε στα ξεμανίκωτα μελαχρινά του χέρια. Έσφιγγε τα χείλια του, και με ματιά μεταλλική σημάδευε αταλάντευτος.

Έριχνε.

Πιδάκιζαν γυαλιστεροί οι κάλυκες.

Μα τα γινατωμένα νιάτα του Αλέξη δε γινόταν να σταματήσουν τ΄ αστροπελέκι , που σαν μοίρα αναπότρεπτη κατρακύλαγε ατράνταχτο απ ΄τον ουρανό.

Βρουχήθηκε φλογερό το Στούκας ,κατέβηκε χαμηλότερ΄ απ΄ όλες τις φορές, ίσα που σφύριξε η μπόμπα, κι όλα τα σκέπασε η βροντή και ο καπνός.

Ακούστηκε κραυγή μεγάλη. Σπαραχτική κραυγή που σφεντονίστηκε πάνω από ανθρώπους και χαλάσματα και βούλιαξε γοερά στις μασχάλες των λόφων.

-Μάνα μουουουου…

Ο Αλέξης… Πάει ο Αλέξης…

[…]Η έκρηξη τον είχε πετάξει δέκα μέτρα μακριά. Κουλουριαζόταν κι αναπήδαγε πλατσουλιστά μέσα στο γλίτσικο βούρκο του αίματός του . Είχαν σύρριζα κοπεί και τα δυο του πόδια . Ορθώθηκε για μια στιγμή πάνω στα καπούλια του, άνοιξε αγκαλιά πελώρια τα χέρια του, και μπατάρισε μονοκόμματος.

Φώναξε πάλι δυνατά . Ύστερα ένα γουργουρητό σκέπασε τη φωνή του, κάτι σαν παράπονο, κάτι σαν κλάμα. Σώπασε. […] Έτρεξα σκυφτός, γονάτισα δίπλα στον Αλέξη. Ήτανε ακόμα ζεστός. Τα μάτια του ολάνοιχτα, γυαλωμένα, και το πρόσωπό του συσπασμένο σε μια ύστατη έκφραση αβάσταχτου πόνου. […] Έκλεισα μαλακά τα βλέφαρά του, κι άφησα την παλάμη μου εκεί. Κοίταζα το αρυτίδωτό του κούτελο, τις σφιχτές μπούκλες των μαύρων μαλλιών του.»





0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου